Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Στο ασανσέρ


Μπήκα τελευταίος. Στριμώχτηκα γιατί βιαζόμουν. Πυκνό σκοτάδι. Μόλις έκλεισε η πόρτα άρχισε η πτώση. Γρήγορη, σταθερά γρήγορη. Κι εγώ που ήθελα να ανεβώ, γιατί κατέβαινα; Θέλησα να πατήσω το κουμπί τού έβδομου ορόφου, αλλά το χέρι μου δεν μπορούσε να κουνηθεί. Αισθανόμουν τώρα περισσότερο στριμωγμένος. Δυσκολευόμουν να ανασάνω. Κι η τσάντα μου… η τσάντα μου με όλα τα πράγματά μου δεν κρεμόταν από το άλλο χέρι. Θυμόμουν πως μπαίνοντας την κρατούσα, μα τώρα το χέρι κρατούσε λίγο από τον ελάχιστο αέρα που υπήρχε εκεί μέσα. «Πότε θα σταματήσει;» ρώτησα τους άλλους δύο. «Δε θα σταματήσει» είπε ο ένας, «Θα πέφτει συνεχώς». «Είναι άσχημα» ξανάπα, «Είναι πολύ άσχημα εδώ μέσα». «Πράγματι» είπε ξανά ο άλλος, «Είναι πολύ άσχημα». «Ναι» είπε και ο τρίτος, «είναι άσχημα, αλλά όχι πιο άσχημα». «Πιο άσχημα από τι;» ρώτησα. «Γενικά» είπε, «Από όλα. Από τη ζωή γενικά». Αμέσως κατάλαβα τι ήθελε να πει. Πέρασε από το μυαλό μου το κολύμπι στο νησί, Οκτώβρη μήνα, στην όμορφη, ερημική παραλία, με την ψύχη μου γεμάτη τύψεις επειδή δεν ήμουν στο σχολείο. Θυμήθηκα τα φορτηγά που ύστερα από χρόνια διασχίζανε την ίδια θάλασσα σηκώνοντας νέφη μαύρου καπνού. Θυμήθηκα εκείνο το αυτοκίνητο που έτρεχε σαν τρελό στα στενά δρομάκια, γκρεμίζοντας παράθυρα, πόρτες και ολόκληρους τοίχους σπιτιών. Θυμήθηκα τον γείτονα με τις παντόφλες στο μπαλκόνι, να βλέπει κάθε απόγευμα ειδήσεις στην τηλεόραση. Ήθελε να πει ότι η ζωή, για μας τους τρεις άγνωστους μεταξύ μας, είχε μόλις τελειώσει.

Αν η ζωή


Αν η ζωή έχει κάποια αξία 
Είναι η στιγμιαία αίσθηση του βάθους που της δίνει 
Βάθος άπατο 
Αν και είναι επίπεδη 
Εντελώς επίπεδη



Να κοιμηθώ νωρίς


Να κοιμηθώ νωρίς. Να δω όνειρα. Να δω εφιάλτες. Να δω πράγματα που δεν τα βάζει ανθρώπου νους. Ίσως να δω και την Ειρήνη μου να απλώνει το χέρι της και να πιάνει το δικό μου, για να περπατήσουμε μαζί. Όπως πριν πολλά χρόνια. Πάλι στον ύπνο. Ποτέ στον ξύπνιο.