Συλλογή έργων (μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, ποίηση) του αρχαίου συγγραφέα

Ραδιοκύματα



Ανεβαίναμε στις επάλξεις διαβάζοντας μακροσκελή ποιήματα. Απορούσαμε όχι επειδή μας σκότωναν, μα επειδή δε μας άφηναν να ολοκληρώσουμε το ποίημα. Κι όταν τα χελιδόνια τραγουδούσαν παίζοντας στον ουρανό, αυτοί ανάγγελλαν όρους ταπεινωτικής παράδοσης. Το ακρογιάλι γέμισε πτώματα ανθρώπων και πουλιών. Βλέποντας αυτά όλα, κάποιοι από μας δραπετεύσαμε από τη μυστική έξοδο στη θαλάσσια σπηλιά κι από κει ανοιχτήκαμε στο υπόγειο πέλαγος μ’ ένα μικρό βαρκάκι. Ο γηραιότερος κατεύθυνε τα χέρια μας κι εμείς τα κουπιά. Ξέραμε πως αυτοί που αφήσαμε πίσω θα μας καταχωρούσαν στη λίστα των παντοτινά αγνοούμενων.  Ύστερα από ώρες ή ίσως μέρες, κουρασμένοι, στα μέσα του απάνεμου πελάγου, είδαμε ένα εγκαταλειμμένο, παλιό πλοίο, να ταλαντεύεται από ραδιοκύματα χαράς και ηρεμίας. Αφήσαμε τα κουπιά κι αμίλητοι κοιτάξαμε τη γύρω μας ερημιά.

Μυστική αποστολή (Οι λέξεις και τα φώτα)



Είχα αναλάβει μια μυστική αποστολή, μυστική ίσως μόνο από μένα. Αλλά δεν είχε σημασία. Το εξοργιστικό ήταν πως αυτός ο ταβερνιάρης ζούσε στο πατρικό μου σπίτι. Μιλούσε διαρκώς για την ταβέρνα του, για τα εκλεκτά της εδέσματα, για τη θέα στη θάλασσα, για τη σπεσιαλιτέ της βραδιάς. Στο σημείο αυτό παρασύρθηκα και σήκωσα το καπάκι της κατσαρόλας που η μητέρα συνήθιζε να αφήνει πάνω στο μάτι της κουζίνας για να σιγοβράζει. Ήταν άδεια. Έπρεπε λοιπόν να φύγω. Έχανα τον χρόνο μου εκεί, στο πατρικό μου σπίτι που τώρα ζούσε ένας άγνωστος ταβερνιάρης. Είχε εξάλλου νυχτώσει για τα καλά. Περπατούσα κόντρα στο ρεύμα των αυτοκινήτων που χωρίς να ξέρω γιατί κατέκλυζαν την πόλη. Και τότε έκανα τη λογική σκέψη: «Ίσως πηγαίνουν στην ταβέρνα του ταβερνιάρη». Τα αστέρια στον ουρανό ήταν κρυμμένα όπως το νόημα της αποστολής μου. Έμοιαζαν με λέξεις ποιήματος χαμένες σε σελίδα οικονομικών ειδήσεων. Όχι, φτάνει πια το παιχνίδι με τις λέξεις. Οι λέξεις είναι μαχαίρια που κόβουν τις φλέβες. Σαν τις λέξεις εκείνες της Ειρήνης, όταν της έλεγα: «Σ’ αγαπώ», κι αυτή μου έλεγε: «Αγαπώ εκατό τραγουδιστές, τριακόσιους ηθοποιούς, πεντακόσιους αθλητές, αγαπώ σχεδόν όλους τους συμφοιτητές μου, αγαπώ σχεδόν όλους τους άγνωστους άντρες που συναντώ τυχαία στον δρόμο, όμως εσένα δε σ’ αγαπώ». Περπατούσα τώρα σ’ ένα στενό χωματόδρομο, ενώ τα αυτοκίνητα κάρφωναν τα φώτα τους πάνω μου. Για μια στιγμή η Σελήνη φάνηκε μέσα από τα σύννεφα. Στάθηκα και την κοίταξα με τα χέρια κατεβασμένα, τους ώμους γερτούς, αρνούμενος να δείξω τον πρέποντα σεβασμό, αδιάφορος, ανόητος, χαμένος, τυλιγμένος ολόκληρο το παρελθόν μου σαν στενό παιδικό ζακετάκι κι άλλο απ’ αυτό δε φορούσα τίποτα. Τα φεγγάρια των αυτοκινήτων ψηλαφούσαν  το κορμί μου. Κι αναρωτήθηκα: «Αλήθεια, σε τι χρησιμεύει η νύχτα, αν δεν μπορείς να κρυφτείς απ’ τη βουή των λέξεων και τη σιωπή των φώτων;»

Κάθε βράδυ που ξαπλώνει το πιστεύει



Όλη τη μέρα είναι αφηρημένος και σιωπηλός σα συνωμότης. Πλέκει στο μυαλό του την απόδραση: το βράδυ, σαν κοιμηθεί, να φύγει για πάντα μέσα στο όνειρο, αφήνοντας το πρωί το σώμα στο κρεβάτι χωρίς αυτόν, σαν  ναυαγισμένο κουφάρι πλοίου. 
Κάθε βράδυ που ξαπλώνει το πιστεύει. 
Το πρωί σηκώνεται απ’ το κρεβάτι ήρεμος, ντύνεται αργά, τρώει πρωινό και πηγαίνει στο γραφείο.